Το «punk is dead» παραμένει ανοιχτό

ΓΙΑΝΝΗΣ Ν. ΚΟΛΟΒΟΣ «Κοινωνικά απόβλητα»;
Η ιστορία της πανκ σκηνής στην Αθήνα, 1979-2015
Απρόβλεπτες εκδόσεις

γράφει ο ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΣ

Το συγκρότημα Panx Romana. Ανάμεσα στα πιο επιδραστικά σχήματα της ελληνικής πανκ σκηνής, με αρκετούς δίσκους στο ενεργητικό τους και συναυλίες με πολλή ένταση.

Punk is (not) dead. Στην Ελλάδα, ένα κύμα «αλλαγής» σάρωνε τη χώρα και σταδιακά μια ολόκληρη κοινωνία έμπαινε στον «αστερισμό του ΠΑΣΟΚ». Ταυτόχρονα εμφανίζονται στην Πλάκα αρχικά οι πρώτοι Eλληνες πανκ. Η ενδελεχής έρευνα του Γιάννη Ν. Κολοβού, καρπός πολύχρονης, συστηματικής και δομημένης έρευνας, φωτίζει με τα «ελληνικά χρώματα» ό,τι προήλθε από τη Νέα Υόρκη και, κυρίως, από τη Βρετανία της Θάτσερ, ως μαχητική πανκ-ροκ αντίδραση στο βρετανικό κατεστημένο, με προεξάρχοντες τους Sex Pistols και τους Clash.

Η θυμωμένη γενιά

Η Πλάκα αποτελεί την αρχική «εστία» των πρώτων αθηναϊκών πανκ συγκροτημάτων, αλλά και των διαφοροποιήσεων μεταξύ «street punks» και «αναρχοπάνκ». Αυτή η, κατά βάση, εισαγόμενη υποκουλτούρα θα ενσωματώσει τους ξένους κώδικες (αξίες, σύμβολα, στιλ, στάσεις) και θα προσαρμόσει ήχο και στίχο στα ελληνικά δεδομένα, με πρόθεση να σοκάρει (shock effect) τη νεοελληνική κοινωνία της ευημερίας, αλλά και την πολιτική και μουσική (ροκ) σκηνή της εποχής. Ο Γιάννης Κολοβός, κινούμενος στη «μεικτή ζώνη» των ανθρωπιστικών σπουδών, επιχειρεί (και καταφέρνει σε σημαντικό βαθμό επιτυχίας) σε κοινωνιολογικό-ανθρωπολογικό επίπεδο, στηριζόμενος στην πλούσια, αγγλόφωνη κυρίως, βιβλιογραφία και με βάση κυρίως την «προφορική ιστορία» του κινήματος, μια κατάδυση στον φωτεινό-σκοτεινό κόσμο ενός πολύμορφου και αντιφατικού νεολαιίστικου κινήματος, που ασφυκτιά στην (επίπλαστη) ευμάρεια της «μεταπολιτευτικής» κοινωνίας και στην ανία του δικομματικού κοινοβουλευτισμού. Ταυτόχρονα, καταγράφει, μέσω των συνεντεύξεων-αφηγήσεων, την κοινωνική συγκρότηση και την (υπο)πολιτισμική ταυτότητα των εκφραστών και θιασωτών της ελληνικής πανκ σκηνής και, παράλληλα, την εξελικτική πορεία, το τελετουργικό πλαίσιο και τις τάσεις του μουσικού ρεύματος στην ελληνική εκδοχή του.

Η εγχώρια θεωρία εκτιμά τους πανκ ως σύγχρονες αστεακές (urban) νομάδες που κινούνται, σαν τους αρουραίους, στη δυστοπική μητρόπολη (παραβλέποντας, όμως, εδώ ότι η Αθήνα δεν πληροί τις θεμελιώδεις μητροπολιτικές προδιαγραφές της Εσπερίας). Εγκαταλείποντας αναγκαστικά την Πλάκα, καταφεύγουν αρχικά στο κέντρο και τα Εξάρχεια (κεφ. 2.3.), ενώ εξαπλώνονται και στις «δυτικές όχθες της πόλης», σε μια πορεία αυτοάμυνας και προστασίας, δημιουργώντας «προσωρινές αυτόνομες ζώνες» στον αστεακό ιστό, με τα συνακόλουθα τελετουργικά μύησης και ένταξης στην «άτυπη συμμορία», με ιδιότυπες δομές και ιεραρχίες (κεφ. 2.2).

Σε αυτή την εξαντλητική μικροϊστορία και ανθρωπογεωγραφία του ελληνικού πανκ, ο αναγνώστης περιηγείται χάρη στην επάρκεια του κοινωνικού ερευνητή, που ιχνηλατεί με επιμονή και διεισδύει με συστηματικότητα σ’ έναν ιδιόμορφο, νεολαιίστικο, δηλαδή κατ’ εξοχήν ρευστό κοινωνικό χώρο και μία, αρχικά ανατρεπτική, «επιθετική» υποκουλτούρα, που δημιούργησε μία ρηξικέλευθη, τοπική και υπερτοπική, μουσική σκηνή μαζί με τα στέκια και την αισθητική της. Ταυτόχρονα έρχεται έμμεσα σε επαφή με έναν ήχο που ξεπερνούσε κατά πολύ τις μέχρι πρότινος μουσικές συμβάσεις, στον ελλαδικό χώρο, ο οποίος καταδυναστευόταν από τα «Χατζηδάκια μ’-Θουδουράκια μ’» επί δεκαετίες, ακόμα όμως κι από το ελληνικό ροκ.

Στα πρόσωπα και, κυρίως, στο κίνημα των πανκ αποτυπώνεται μια οργισμένη, ρευστή και αντιφατική, γενιά που επιχειρεί να απεγκλωβιστεί δυναμικά και μαχητικά από τον νεοελληνικό μικροαστισμό και τη «μεταπολιτευτική συναίνεση», αρνούμενη τη «νεοελληνική ταυτότητα». Ομως, όπως και στη διεθνή σκηνή, έτσι και το ελληνικό πανκ βρέθηκε αντιμέτωπο με τη μουσική βιομηχανία, τη μόδα και άλλες νεανικές υποκουλτούρες, σε μία διαρκή διαπάλη μεταξύ ταυτότητας και ετερότητας, ρήξης και συναίνεσης, αυτονομίας και ενσωμάτωσης. Το ζήτημα punk is dead παραμένει ανοιχτό.